Ιστορίες μιας Αναπληρώτριας, Μέρος Γ’


Πρώτο βράδυ στην νέα πόλη. Μάλλον παραήμουν κουρασμένη και δεν κατάλαβα τίποτα. Όταν ξύπνησα, είδα μερικές ακτίνες να τρυπώνουν στο δωμάτιο μέσα από τις σκουρόχρωμες κουρτίνες, σημάδι πως η καταιγίδα είχε κοπάσει. Ετοιμάστηκα και κατέβηκα για πρωινό. Βολεύτηκα σε ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο και αφέθηκα για λίγο να χαζεύω την θέα. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν βιαστικά , μερικά ξαπλωμένα αδέσποτα χαίρονταν το ζεστό χάδι του ήλιου, κάτι καραβάκια είχαν κινήσει στα ανοιχτά για να μαζέψουν την ψαριά της ημέρας. Η ονειροπόληση μου διακόπηκε από τον επίμονο ήχο του κινητού μου. Ο μεσίτης με ενημέρωνε πως σε λίγα λεπτά θα έφτανε στην πόλη. Πήρα τα πράγματα μου και κατευθύνθηκα και εγώ στην παραλία. Περπάτησα κατά μήκος της ακτής, χάζεψα τα θαλασσοπούλια, μύρισα τη θάλασσα που τόσο αγαπούσα.

 Το σπίτι ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα. 10 λεπτά από παντού. Δίπλα είχε φούρνο, παραδίπλα σούπερ μάρκετ, λίγα μέτρα πιο κάτω ήταν η αγορά και αρκετά μέτρα παρακάτω η παραλία. Δώσαμε τα χέρια -σχήμα λόγου εννοείται, απαγορεύονται εξάλλου οι χειραψίες- και ο καθένας  συνέχισε την ημέρα του. Σήμερα θα αναλάμβανα και υπηρεσία. Μετά κόπων και βασάνων βρήκα το νηπιαγωγείο. Συστήθηκα στη διευθύντρια που με περίμενε και την άφησα να διεκπεραιώσει τα της πρόσληψης μου, όσο εγώ περιπλανιόμουν στον χώρο. Μου άρεσε πολύ η τάξη μου˙ πολύ ανεξερεύνητο υλικό, πολλές γωνιές, μια βιβλιοθήκη που ξεχείλιζε από βιβλία. Το μόνο κακό ήταν η εξ αποστάσεως διδασκαλία. Δεν θα μπορούσα να γνωρίσω από κοντά τα παιδάκια μου, αλλά ας όψεται η υγεία μας. Αφού ξεμπέρδεψα με τα διαδικαστικά, ενημερώθηκα για όλα όσα έπρεπε να κάνω από εδώ και πέρα˙ εγγραφή στο Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο, δημιουργία τάξης, ένταξη στην κυψέλη κοκ. Πάλι καλά που είχα και Ecdl γιατί με τέτοιες απαιτήσεις σιγά μην τα έβγαζα πέρα.

 Κατηφόρισα προς το ξενοδοχείο. Η γαλάζια θάλασσα ήταν λίγα μέτρα μακριά μου. Σταμάτησα, πήρα μερικές βαθιές ανάσες και ξάφνου όλα ξεκαθάρισαν. Είχε γίνει η αρχή… Ήμουν περήφανη για την απόφαση μου και πίστευα πως θα μου άρεσε πολύ εδώ. Είχε περάσει όμως η ώρα και έπρεπε να συνδεθώ στην τάξη. Επισκέφτηκα το γνωστό φαστφουντάδικο και γύρισα στο δωμάτιο μου.

 Όσο περίμενα την συνάδελφο να με δεχτεί στην τάξη της, ένιωσα μια ταχυπαλμία. Τι θα αντίκριζα; Πώς θα μπορούσα έτσι να εντοπίσω τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των μαθητών μου, για να τα συμπεριλάβω στο πρόγραμμα μου; Και αν δεν τους έκανα καλή εντύπωση; Μια φωνούλα με έβγαλε από τον λήθαργο. «Ποια είναι αυτή;» ρώτησε ένα από τα νηπιάκια που είχε αιφνιδιαστεί με την παρουσία μου στην τάξη. Συστήθηκα και είπα λίγα λόγια για μένα. Τους ζήτησα να κάνουν το ίδιο˙ κάπως έπρεπε να γνωριστούμε. Μερικά διστακτικά χεράκια έκαναν την εμφάνιση τους. Μου είπαν για αγαπημένα φαγητά, αγαπημένα παιχνίδια, για τα ξαδέρφια με τα οποία παίζουν όταν έχουν ελεύθερο χρόνο και τα μαθήματα κανόε καγιάκ που κάνουν τις Τετάρτες. Ο πάγος έσπασε πολύ γρήγορα. Τους είπα για την Κοζάνη˙ δεν την ήξερε κανένα. Μου είπαν για την Χαλκίδα και τα ζαχαροπλαστεία της. Είχαν μάλλον καταλάβει ότι δεν μπορούσα να αντισταθώ στα νόστιμα γλυκά. Είπαμε για τη θάλασσα, τα αγαπημένα μας βιβλία και τα όνειρα μας. Όταν τελείωσε η τηλεδιάσκεψη, ένα χαμόγελο ήταν απλωμένο σε όλο μου το πρόσωπο. Ένα χαμόγελο αυθεντικό, από εκείνα που είχα πολύ καιρό να φορέσω.