Ιστορίες μιας Αναπληρώτριας, Μέρος Δ’

Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει. «Αυτή ποια είναι;» ρώτησε ένα από τα νηπιάκια μόλις άνοιξε η κάμερα μου. Όλα σιώπησαν και άρχισαν να παρατηρούν με ενδιαφέρον τον απρόσκλητο  επισκέπτη που είχε εισβάλει στην τάξη. «Είμαι η κυρία Μαρία» είπα, «η καινούργια σας νηπιαγωγός. Είμαι από την Κοζάνη και κάποτε έμενα στη Φλώρινα την οποία υπεραγαπώ». «Εκεί δεν έχουν κάτι πιπεριές;» ρώτησε μια φωνούλα κι’ ένα κύμα γέλιου ξέσπασε. «Μωρέ μπράβο! Ξέρουν τη Φλώρινα» μονολόγησα. Μίλησα για το χωριό μου, για το δασάκι στο οποίο σύχναζα ως παιδί, για τα αγαπημένα μου βιβλία και  για τα αγαπημένα μου γλυκά. Τον λόγο πήραν τα παιδιά. Μου είπαν για τη ζωή τους, για τα ταξίδια που έχουν κάνει και για το  τι θέλουν να γίνουν όταν μεγαλώσουν. Από δυο έφτασε τέσσερις χωρίς να το καταλάβω. Αποσυνδέθηκα και κοίταξα τον καθρέφτη μπροστά μου. Χαμογελούσα. Ναι! Χαμογελούσα όπως δεν είχα χαμογελάσει το τελευταίο διάστημα.

Στη Χαλκίδα η απαγόρευση κυκλοφορίας ξεκινούσε από τις 18:00, ήταν σε βαθύ κόκκινο πολλούς μήνες τώρα. Φόρεσα το δερμάτινο σακάκι μου, αν και Μάρτιος, έξω είχε αρκετή ζέστη, βγήκα απ’ το ξενοδοχείο και περπάτησα κατά μήκος της ακτής. Έφτασα μέχρι το Κόκκινο Σπίτι -τότε δεν ήξερα ότι το έλεγαν έτσι-, φωτογράφισα τη θέα , κάθισα σε ένα από τα παγκάκια και ξεκίνησα να διαβάζω ένα από τα βιβλία που θα μου κρατούσαν συντροφιά στη νέα μου περιπέτεια. Όταν οι φανοστάτες απέκτησαν ζωή, έκλεισα προσεκτικά την Ασκητική του Καζαντζάκη και πήρα τον δρόμο της επιστροφής.

 Το πρώτο φως της μέρας με βρήκε να φτιάχνω πάλι μια λίστα, χωρίς λίστα δεν λειτουργώ, με όσα είχα να κάνω. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι το να στήσεις ένα σπίτι απ’ την αρχή θα είχε τόσο τρέξιμο. Πήγα στη ΔΕΗ για να συνδέσουν το ρεύμα και σε έναν πάροχο τηλεφωνίας γιατί χρειαζόμουν οπωσδήποτε ίντερνετ. Μόλις ξεμπέρδεψα, πήγα από το ξενοδοχείο, μάζεψα τα πράγματα μου, τα φόρτωσα σε ένα ταξί και κατευθύνθηκα στο σπίτι που για μερικούς μήνες θα ήταν σπίτι μου. Πήγα και στο σούπερ μάρκετ. Δυο φορές μάλιστα, αλλά και πάλι ξέχασα να πάρω κάποια πράγματα, δεν είχα κάνει λίστα βλέπετε. Άνοιξα διάπλατα τα παράθυρα και στρώθηκα στη δουλειά. Αργά το βράδυ, αφού είχα τελειώσει με το καθάρισμα, σωριάστηκα στον καναπέ, έβαλα να παίζει η αγαπημένη μου μουσική και ήπια ένα ποτήρι κρασί, μη φανταστείτε, σε νεροπότηρο.

Την επομένη ξύπνησα πολύ νωρίς. Με το GPS ανά χείρας άρχισα να εξερευνώ τα σοκάκια που με περιέβαλαν. Κατηφόρισα στην Κύπρου, περπάτησα στην Αρεθούσης και κατέληξα στη Βενιζέλου, εκεί που στεγάζονταν ένα από τα διασημότερα ζαχαροπλαστεία της πόλης. Ανηφόρισα στην Καραόλη και κάθισα στο ίδιο παγκάκι που είχα καθίσει και την προηγούμενη μέρα. Το Κόκκινο Σπίτι, αυτό το παλιό αρχοντικό μου έφερε στο νου το μοναδικό αξιοθέατο της Κοζάνης, το ρολόι. «Ποιο ρολόι; Μαμάτσιος λέγεται ρε Μαρία » θα με μάλωνε η φίλη μου η Βιβή. Αέναος φρουρός κι’ αυτό όπως κι’ εκείνο, κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, μιας εποχής που είχε αρχίσει να ξεθωριάζει στο πέρασμα των αιώνων…

 

 

To Art In Vivo προτείνει Mask o'clock