Η απόφαση του Θοδωρής Τσομίδης να αρνηθεί το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα άνοιξε έναν έντονο κύκλο συζητήσεων γύρω από τον ρόλο των θεσμών και τη σχέση της λογοτεχνίας με την κρατική αναγνώριση. Ωστόσο, μέσα στον θόρυβο που προκάλεσε η κίνηση αυτή, κινδυνεύει να χαθεί το ουσιώδες: το ίδιο το βιβλίο που βραβεύτηκε είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο δυνατά και ώριμα πρωτοεμφανιζόμενα έργα των τελευταίων ετών.
«Η Γέννα. Μια ιστορία σε τρεις εποχές» δεν ξεχώρισε τυχαία. Πρόκειται για ένα έργο με αφηγηματικό βάθος, στιβαρή γλωσσική ταυτότητα και εντυπωσιακή ωριμότητα σύλληψης. Ο Τσομίδης διαχειρίζεται με δεξιοτεχνία τον χρόνο, υφαίνοντας τρεις διαφορετικές περιόδους σε ένα ενιαίο αφηγηματικό σώμα που δεν καταφεύγει σε ευκολίες. Η γραφή του είναι πυκνή, στοχαστική, συχνά σκληρή, αλλά ποτέ επιτηδευμένη. Οι χαρακτήρες δεν λειτουργούν ως σύμβολα, αλλά ως ζωντανές, αντιφατικές παρουσίες που κουβαλούν το βάρος της ιστορίας και της προσωπικής τους ευθύνης.
Αυτή ακριβώς η ποιότητα είναι που καθιστά τη συζήτηση γύρω από την άρνηση πιο σύνθετη. Διότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα μέτριο έργο που αναδείχθηκε συγκυριακά, αλλά με ένα βιβλίο που, αντικειμενικά, άξιζε να βρεθεί στην κορυφή. Η διάκριση δεν ήταν προϊόν εντυπωσιασμού, αλλά αποτέλεσμα σοβαρής αξιολόγησης. Και γι’ αυτό η στάση του συγγραφέα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο Τσομίδης γνώριζε πως ήταν υποψήφιος, καθώς το όνομά του είχε ανακοινωθεί δημόσια στη βραχεία λίστα από το Υπουργείο Πολιτισμού. Είχε, επομένως, τον χρόνο και τη δυνατότητα να εκφράσει εξαρχής τη διαφωνία του με τον θεσμό. Αν η αντίθεσή του στα βραβεία είναι θέση αρχής, θα μπορούσε να διατυπωθεί πριν την τελική κρίση, με μια καθαρή απόσυρση από τη διαδικασία. Η επιλογή να παραμείνει υποψήφιος και να αρνηθεί τη διάκριση μόνο μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη χρονική στόχευση της πράξης.
Η κριτική, λοιπόν, δεν αφορά την αξία του έργου — η οποία είναι αδιαμφισβήτητη — ούτε το δικαίωμα του συγγραφέα να αρνηθεί μια τιμή. Αφορά τη συνέπεια και το μήνυμα που εκπέμπεται. Όταν ένα τόσο καλό βιβλίο βραβεύεται, η πράξη της άρνησης μετατοπίζει το επίκεντρο από τη λογοτεχνική ποιότητα στη συμβολική χειρονομία. Αντί να συζητάμε για τη δομή, τη γλώσσα και τη θεματική του έργου, συζητάμε για τη στάση του δημιουργού απέναντι στον θεσμό.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο: ένα βιβλίο που θα μπορούσε να σταθεί από μόνο του, χωρίς θόρυβο, χωρίς εξωλογοτεχνικά φορτία, τελικά εγκλωβίστηκε σε μια θεσμική αντιπαράθεση. Η λογοτεχνία του Τσομίδη είναι αρκετά ισχυρή ώστε να μην χρειάζεται ούτε την κρατική επιβεβαίωση ούτε την εντυπωσιακή απόρριψή της. Γι’ αυτό και η αυστηρή κριτική δεν μειώνει τον συγγραφέα· αντίθετα, αναγνωρίζει ότι το έργο του άξιζε να βρεθεί στο επίκεντρο για τους σωστούς λόγους.
Η υπόθεση αυτή αποδεικνύει ότι μπορούμε ταυτόχρονα να αναγνωρίζουμε την ποιότητα ενός βιβλίου και να διαφωνούμε με τη στρατηγική διαχείριση μιας δημόσιας διάκρισης. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ώριμο συμπέρασμα: ότι η αξία της λογοτεχνίας παραμένει ακέραιη, ακόμη κι όταν οι επιλογές γύρω της προκαλούν αντιδράσεις.