Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ (1926–2026): Το τέλος μιας μεγάλης διαδρομής του ελληνικού πνεύματος

Με τον θάνατο της Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, ο ελληνισμός και η διεθνής ακαδημαϊκή κοινότητα αποχαιρετούν μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης διανόησης. Η ιστορικός που ταύτισε το όνομά της με τη μελέτη του Βυζαντίου και με την υπεράσπιση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού αφήνει πίσω της ένα έργο βαθύ, πολυσχιδές και διαχρονικό.

Γεννημένη το 1926 στη Μικρά Ασία και μεγαλωμένη στην Αθήνα, κουβαλούσε μέσα της τη μνήμη της προσφυγιάς και τη συνείδηση της ιστορικής ταυτότητας. Σπούδασε στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε στο Παρίσι, όπου έμελλε να διαγράψει μια εντυπωσιακή ακαδημαϊκή πορεία. Στη Γαλλία δεν διακρίθηκε απλώς ως επιστήμονας· κατέκτησε κορυφαίες θέσεις, φτάνοντας να γίνει η πρώτη γυναίκα πρύτανης στην ιστορία του Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, σπάζοντας στερεότυπα και ανοίγοντας δρόμους για τις επόμενες γενιές.

Η συμβολή της στη βυζαντινολογία υπήρξε καθοριστική. Μελέτησε τη διοικητική και πολιτική οργάνωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ανέδειξε τον ρόλο της Κωνσταντινούπολης ως γέφυρας πολιτισμών και επέμεινε στη συνέχεια του ελληνικού στοιχείου μέσα στον χρόνο. Το Βυζάντιο, για την Αρβελέρ, δεν ήταν μια «σκοτεινή» ή περιθωριακή περίοδος, αλλά ζωντανός πυρήνας της ευρωπαϊκής και ανατολικής ιστορίας. Με λόγο καθαρό και συχνά αιχμηρό, υπερασπίστηκε τη σημασία του ως θεμέλιο της νεότερης Ευρώπης.

Παράλληλα, υπήρξε δημόσια διανοούμενη με έντονη παρουσία. Δεν περιορίστηκε στον ακαδημαϊκό χώρο, αλλά παρενέβη σε ζητήματα παιδείας, ταυτότητας και πολιτιστικής πολιτικής. Ο λόγος της συνδύαζε επιστημονική αυστηρότητα με προσωπική τόλμη, ενώ συχνά δεν δίσταζε να εκφράσει απόψεις που προκαλούσαν διάλογο.

Ο θάνατός της σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής όπου η ιστορική γνώση συνδυαζόταν με προσωπικό κύρος και διεθνή επιρροή. Η Αρβελέρ δεν υπήρξε απλώς μια διακεκριμένη ακαδημαϊκός· υπήρξε σύμβολο μιας Ελλάδας που μπορούσε να σταθεί ισότιμα στο παγκόσμιο επιστημονικό στερέωμα. Το έργο της θα συνεχίσει να διδάσκεται, να συζητείται και να εμπνέει.

Σήμερα, καθώς η είδηση του θανάτου της προκαλεί συγκίνηση, γίνεται σαφές ότι η απώλειά της δεν αφορά μόνο έναν επιστημονικό κλάδο. Αφορά την ίδια την ιστορική αυτοσυνειδησία του ελληνισμού. Και αυτή η κληρονομιά, περισσότερο από κάθε τίτλο ή αξίωμα, είναι που θα διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη της.